Εξελίξεις στην εθνική νομοθεσία

Νομοθεσία για την κάνναβη

Η ταξινόμηση της κάνναβης άλλαξε το προηγούμενο έτος σε δύο χώρες, γεγονός που σχολιάσθηκε εκτενώς από τα μέσα ενημέρωσης και στις δύο περιπτώσεις, μολονότι τα σχόλια δεν ήταν πάντοτε ακριβή. Στο Βέλγιο, δύο νόμοι, ένα διάταγμα και μία εισαγγελική οδηγία επέφεραν αρκετές αλλαγές στο νομικό πλαίσιο, η σημαντικότερη εκ των οποίων ήταν ίσως η ένταξη των προϊόντων της κάνναβης σε διαφορετική νομική κατηγορία από τα λοιπά ναρκωτικά. Θεσπίσθηκαν νέα αδικήματα, ώστε ο ενήλικος που διαπράττει για πρώτη ή δεύτερη φορά το αδίκημα της κατοχής κάνναβης για προσωπική χρήση να τιμωρείται με πρόστιμο και παράλληλη καταχώριση των στοιχείων του στην αστυνομία, εφόσον δεν υπάρχουν ενδείξεις για όχληση του κοινού ή προβληματική χρήση. Σύμφωνα με την εισαγγελική οδηγία, η ποσότητα κάνναβης που θεωρείται επαρκής για προσωπική χρήση ισούται με 3 γραμμάρια ή ένα φυτό. Ωστόσο, η όχληση του κοινού είναι δυνατό να τιμωρηθεί με φυλάκιση τριών μηνών έως ενός έτους ή/και πρόστιμο 5 000 έως 500 000 ευρώ, οι δε επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως η κατοχή παρουσία ανηλίκων, επισύρουν αυστηρές ποινές.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κάνναβη και τα παράγωγά της μεταφέρθηκαν από τον πίνακα B στον πίνακα Γ, βάσει του βρετανικού συστήματος ταξινόμησης. Ως εκ τούτου, η μέγιστη ποινή για την κατοχή κάνναβης για προσωπική χρήση μειώθηκε από πέντε σε δύο χρόνια φυλάκιση, ωστόσο είναι σαφές ότι η κατοχή κάνναβης παραμένει ποινικό αδίκημα. Ως αποτέλεσμα παράλληλων νομοθετικών μέτρων, δύο συναφή ζητήματα, η μέγιστη ποινή για κατοχή με σκοπό την προμήθεια, και το καθεστώς της κατοχής κάνναβης ως αδικήματος που επισύρει σύλληψη, παρέμειναν αμετάβλητα. Ωστόσο, οι κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η Ένωση Aρχηγών Αστυνομίας (Association of Chief Police Officers) συνιστούν στους αστυνομικούς να προβαίνουν σε συλλήψεις για κατοχή μόνον σε ορισμένες περιπτώσεις που περιλαμβάνουν το κάπνισμα δημοσίως ή κοντά σε ανηλίκους. Τα άτομα κάτω των 18 ετών πρέπει επίσης να συλλαμβάνονται για να παραπέμπονται σε θεραπεία.

Τόσο το Βέλγιο όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρονται συγκεκριμένα στην προβληματική χρήση κάνναβης στους νόμους ή τις κατευθυντήριες γραμμές τους, θέμα που εξετάζεται κατωτέρω στην παρούσα έκθεση.

Κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων

Αρκετές χώρες τροποποίησαν το προηγούμενο έτος τη νομοθεσία τους σχετικά με την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των διακινητών ή τη διαχείριση των πόρων που προέρχονται από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία. Στην Ιρλανδία, μία πρωτοβουλία του Γραφείου Περιουσιακών Στοιχείων Εγκληματικής Προέλευσης (Criminal Assets Bureau) προβλέπει τη συνεργασία με τη Μονάδα Ναρκωτικών της Εθνικής Φρουράς (Garda National Drugs Unit) με στόχο να εντοπίζει και να στοχεύει τα περιουσιακά στοιχεία τοπικών εμπόρων ναρκωτικών. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Νόμος για τα προϊόντα από εγκληματικές πράξεις (Proceeds of Crime Act) (2003) θέσπισε μία Υπηρεσία Ανάκτησης Περιουσιακών Στοιχείων (Assets Recovery Agency), και βάσει της νέας νομοθεσίας οι αστυνομικοί και οι τελωνειακοί έχουν την εξουσία να προβαίνουν σε κατασχέσεις και σε έρευνες για την αναζήτηση χρημάτων. Ο Νόμος περιλαμβάνει μέτρα που βοηθούν τους υπευθύνους στη διεξαγωγή ερευνών στον εντοπισμό των προϊόντων από εγκληματικές πράξεις και στη διερεύνηση περιπτώσεων νομιμοποίησης προσόδων από παράνομες δραστηριότητες (βλ. πλαίσιο 1 για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη νομιμοποίηση προσόδων από παράνομες δραστηριότητες ). Στη Σκοτία, ενισχύθηκαν οι εξουσίες των οργάνων επιβολής του νόμου και άσκησης δίωξης, ώστε να αυξηθεί η ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο τόσο ποινικών όσο και αστικών υποθέσεων.


Πλαίσιο 1 : Καταπολέμηση της νομιμοποίησης προσόδων από παράνομες δραστηριότητες

Προς το παρόν, δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθούν με ακρίβεια τα προϊόντα της διακίνησης ναρκωτικών σε παγκόσμιο επίπεδο λόγω έλλειψης αξιόπιστων στοιχείων. Ωστόσο, η Ευρωπόλ (2002) κατέληξε στο συμβιβαστικό ποσοστό του 2–5 % του παγκόσμιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Η διακίνηση ναρκωτικών φαίνεται ότι εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη πηγή χρημάτων που προέρχονται από τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Στη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες σε διεθνές επίπεδο κατ’ ανάγκη συμπεριλαμβάνεται η παράνομη ή ασυνήθιστη διασυνοριακή κυκλοφορία κεφαλαίων ή αγαθών όπως ο χρυσός, ο λευκόχρυσος ή τα διαμάντια (ΠΟΤ, 2003γ).

Στις τροποποιήσεις της οδηγίας 91/308 του Συμβουλίου σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, ο ορισμός της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι πολύ πιο ευρύς, βασιζόμενος σε μεγαλύτερο φάσμα κύριων αδικημάτων, και η υποχρέωση αναφοράς επεκτείνεται και στους ανεξάρτητους επαγγελματίες νομικούς.

Η διευρυμένη εντολή της Ευρωπόλ από τον Ιανουάριο του 2002 καθιστά την υπηρεσία αρμόδια για όλες τις επιχειρήσεις που αφορούν τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες για τις οποίες το κύριο αδίκημα αναφέρεται στο παράρτημα 2 της Σύμβασης Ευρωπόλ (Ευρωπόλ, 2002).

Η Ιντερπόλ δημιούργησε ένα δίκτυο σημείων επαφής εμπειρογνωμόνων σε κάθε χώρα μέλος έτσι ώστε οι πληροφορίες που αφορούν τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες να ανταλλάσσονται ταχύτερα και πιο αποτελεσματικά (Ιντερπόλ, 2002). Το δίκτυο για την επιβολή τελωνειακών συστημάτων (CEN) είναι ένα ηλεκτρονικό σύστημα ενημέρωσης και επικοινωνίας που ανέπτυξε η ΠΟΤ και ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Ιούνιο του 2000. Τον Ιούνιο του 2003, υπήρχαν περισσότεροι από 700 χρήστες από 130 χώρες και είχαν αναφερθεί περισσότερες από 700 κατασχέσεις χρημάτων. Την περίοδο 2002–03 η Ομάδα Διεθνούς Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF) πέτυχε σημαντική πρόοδο στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η FATF ολοκλήρωσε επιτυχώς την αναθεώρηση των 40 συστάσεων (FATF, 2003α). Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στην καταπολέμηση της κατάχρησης άτυπων συστημάτων αποστολής χρημάτων (FATF, 2003β).


Στην Ισπανία, ο νέος νόμος που τέθηκε σε ισχύ το 2003 σχετικά με τα κατασχεθέντα κεφάλαια από διακίνηση ναρκωτικών καταργεί τον νόμο του 1995 με το ίδιο αντικείμενο. Στόχος του νέου νόμου είναι η επιτάχυνση της διαβίβασης των απαραίτητων εγγράφων για τον προσδιορισμό και τον εντοπισμό κατασχεθέντων αγαθών. Ο νόμος διευρύνει το φάσμα των δικαιούχων των κεφαλαίων, περιλαμβάνοντας σε αυτούς εθνικές και υπερεθνικές οντότητες και κυβερνήσεις ξένων κρατών. Στις Κάτω Χώρες, 10 έτη μετά τη θέση σε ισχύ της νομοθεσίας για τις κατασχέσεις, μια μελέτη εξέτασε τη φύση και το μέγεθος των περιουσιακών στοιχείων 52 μεγάλων εγκληματικών οργανώσεων που προσήχθησαν ενώπιον της δικαιοσύνης στο διάστημα αυτό. Η μελέτη διαπιστώνει ότι κατασχέθηκε μόνον 10 % των χρημάτων που εκτιμάται ότι αποκτήθηκαν παράνομα, και ότι παραμένει δύσκολο να αποδειχθεί με ακρίβεια πόσα χρήματα αποκτήθηκαν παρανόμως. Οι ερευνητές συνιστούν τη βελτίωση της εμπειρογνωμοσύνης στον τομέα της ποινικής έρευνας για το οικονομικό έγκλημα. Στη Γαλλία, εγκύκλιος του Τμήματος Ποινικών Υποθέσεων και Χαρίτων του 2002 καθόρισε ακριβείς κανόνες για την κατάσχεση και οργάνωσε τη συνέχιση της παρακολούθησης των κατασχεθέντων κεφαλαίων που προέρχονται από τη διακίνηση ναρκωτικών ή τη νομιμοποίηση προσόδων από παράνομες δραστηριότητες, μετά τη διαπίστωση ότι το ταμείο της πολιτικής για τα ναρκωτικά που ιδρύθηκε το 1995 δεν είχε εισπράξει κανένα ουσιαστικό έσοδο.

Ναρκωτικά και οδήγηση

Τρεις χώρες στην ΕΕ προέβησαν σε σημαντικές τροποποιήσεις της νομοθεσίας τους όσον αφορά την οδήγηση κατόπιν χρήσης ναρκωτικών. Το 2003, τέθηκε σε ισχύ στην Αυστρία η 21η τροποποίηση του Νόμου για την οδική κυκλοφορία, η οποία επιτρέπει στους αστυνομικούς να ζητούν από τους οδηγούς να δώσουν δείγμα αίματος για έλεγχο, εάν υπάρχουν υπόνοιες μειωμένης ικανότητας για οδήγηση λόγω της επήρειας ναρκωτικών. Οι κυρώσεις σε περίπτωση θετικού δείγματος, και οι συνέπειες σε περίπτωση που ένας οδηγός αρνηθεί να υποβληθεί στον έλεγχο, είναι ίδιες με εκείνες που ισχύουν για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Νόμο, το θετικό αποτέλεσμα στον έλεγχο δεν συνεπάγεται την υποβολή αστυνομικής αναφοράς για παραβίαση του Νόμου περί ναρκωτικών ουσιών, αλλά μόνον την ειδοποίηση των περιφερειακών υγειονομικών αρχών.

Στη Γαλλία, ένας νέος νόμος που θεσπίσθηκε τον Φεβρουάριο του 2003 καθιστά ειδικό αδίκημα την οδήγηση ύστερα από χρήση ουσιών ή φυτών που χαρακτηρίζονται ως ναρκωτικά και υποχρεωτικό τον σχετικό έλεγχο όλων των οδηγών που εμπλέκονται σε θανατηφόρο τροχαίο ατύχημα. Οι ποινές είναι ακόμη πιο αυστηρές εάν υπάρχει συνδυασμός ναρκωτικών και αλκοόλ. Επιπλέον, οι οδηγοί που εμπλέκονται σε τροχαίο ατύχημα στο οποίο προκλήθηκαν σωματικές βλάβες, πρέπει πάντα να υποβάλλονται σε έλεγχο, εάν υπάρχουν υπόνοιες χρήσης ναρκωτικών. Επίσης, η χωροφυλακή και η αστυνομία δικαιούνται να προβαίνουν σε τυχαίους ελέγχους οδηγών.

Στη Φινλανδία, στο αναθεωρημένο κεφάλαιο 23 του Ποινικού Κώδικα ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο που οδηγεί υπό την επήρεια δραστικής ναρκωτικής ουσίας ή παράγωγο του μεταβολισμού της στο αίμα κατηγορείται για οδήγηση σε κατάσταση μέθης, εκτός εάν η ουσία έχει χορηγηθεί με ιατρική συνταγή. Ωστόσο, εάν η ικανότητα οδήγησης είναι μειωμένη, ο οδηγός κατηγορείται για οδήγηση σε κατάσταση μέθης, ανεξάρτητα από το εάν η ουσία χορηγήθηκε βάσει ιατρικής συνταγής. Εάν η ικανότητα οδήγησης επηρεάζεται σε βαθμό που τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλεια τρίτων, η απαγγελία κατηγορίας με το επιβαρυντικό της οδήγησης σε κατάσταση μέθης είναι δυνατόν να επισύρει ελάχιστο πρόστιμο 60 μονάδων ημερών-προστίμων ή μέγιστη φυλάκιση δύο ετών.

Τον Ιούνιο του 2003, η Ευρωπαϊκή Νομική Βάση Δεδομένων για τα Ναρκωτικά (ELDD) δημοσίευσε συγκριτική μελέτη σχετικά με τη νομική κατάσταση όσον αφορά τα ναρκωτικά και την οδήγηση σε 16 χώρες. Στη μελέτη αναφέρεται ότι, μολονότι η οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών αποτελεί αδίκημα σε όλες τις χώρες, υπάρχουν πολλές διαφορές όσον αφορά την εξουσία της αστυνομίας να υποβάλλει τους οδηγούς σε ελέγχους, τις ουσίες και τις προβλεπόμενες ποινές. Το ΕΚΠΝΤ παρουσίασε τη μελέτη αυτή στο σεμινάριο της ομάδας Pompidou του Συμβουλίου της Ευρώπης σχετικά με την οδική κυκλοφορία και τις ψυχοδραστικές ουσίες τον Ιούνιο του 2003.